βληχρός

βληχρός, ά, όν,
A faint, gentle,

ἄνεμοι Alc.16

; of the rivers of hell, dull, sluggish, Pi.Fr.130;

πελάγη A.R.4.152

; gentle, opp. ἀκράχολος, Phld.Lib.p.44 O.; β. πυρετοί slight, Hp.Aph.5.64, cf. Plu.Per.38;

β. σφυγμοί Hp.Mul.1.37

; νοῦσος -οτέρη ib.36;

ὕπνου β. ὄνειαρ Q.S. 2.182

. Adv. -ρῶς slightly, Hp.Mul.2.203; weakly,

β. εἶχον καὶ οὐκ ἰσχυρῶς Ctes.Fr.29.42

: [comp] Comp.

-ότερον Hp.Morb.2.61

.
2 metaph., slight, small,

β. ἀπ' ἀρχᾶς B.10.65

;

χάριν οὐ β. Id.12.227

.—Not in Hom. (who has ἀβληχρός), nor in [dialect] Att.; η in all dialects.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βληχρός — βληχρός, ά, όν (Α) 1. άτονος, μαλακός 2. (για πυρετό) χαμηλός, λίγος. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη μεθομηρική, η οποία στον Όμηρο απαντά ως αβληχρός*, με α προθεματικό. Κατά την επικρατέστερη άποψη, η λ. βληχρός, αν και ιωνική, συνδέεται πιθανώς με τη λ. βλᾱξ* …   Dictionary of Greek

  • βληχρός — faint masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλῆχρος — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρά — βληχρός faint neut nom/voc/acc pl βληχρά̱ , βληχρός faint fem nom/voc/acc dual βληχρά̱ , βληχρός faint fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρότερον — βληχρός faint adverbial comp βληχρός faint masc acc comp sg βληχρός faint neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρῶν — βληχρός faint fem gen pl βληχρός faint masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχρόν — βληχρός faint masc acc sg βληχρός faint neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχραῖς — βληχρός faint fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχραί — βληχρός faint fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχροτάτου — βληχρός faint masc/neut gen superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βληχροτέρη — βληχρός faint fem nom/voc comp sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.